Ρεμπέτες-ραψωδοί και ορχηστρικά ρεμπέτικα

Solo Serbian - Vassilis Tsitsanis

Το ρεμπέτικο άνθισε στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα (1900-1950). Εκπροσωπήθηκε από δύο κυρίως μουσικές σχολές. Από τη μία πλευρά, υπήρχε η σμυρναίικη σχολή με τα βιολιά, τα σαντούρια και τα ούτια. Κύριοι εκφραστές της ο Βαγγέλης Παπάζογλου και ο Παναγιώτης Τούντας. Από την άλλη, ήταν η πειραιώτικη σχολή που εισήγαγε τα μπουζούκια και τους μπαγλαμάδες, και αναπτύχθηκε από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Γιώργο Μπάτη, και άλλους.

Οι αυθεντικοί ρεμπέτες, ωσάν άλλοι ραψωδοί, αυτοσχεδίαζαν απαγγέλοντας στίχους για διάφορα θέματα όπως η παρανομία και τα ναρκωτικά, ο έρωτας και η θλίψη, η εργατιά και η ξενιτιά. Τα ρεμπέτικα τραγούδια ήταν συνήθως γραμμένα από ερασιτέχνες μουσικούς που δεν γνώριζαν το πεντάγραμμο και τις νότες (χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι δεν υπήρχαν και άριστοι δεξιοτέχνες μουσικοί και τραγουδιστές), και μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα – κάτι σαν τις ομηρικές ραψωδίες. Διάφοροι μελετητές και μουσικολόγοι, εξάλλου, εντοπίζουν κοινά καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά ανάμεσα στους ραψωδούς της αρχαιότητας, στους τροβαδούρους του μεσαίωνα, στους περιπλανώμενους τσιγγάνους μελωδούς, στους ασίκηδες της Ανατολίας, και στους Έλληνες ρεμπέτες.

Εκτός, βέβαια, από τα ρεμπέτικα που αφηγούνταν με στίχους τους πόνους, τα βάσανα και τα συναισθήματα των δημιουργών τους, πολλά ήταν και τα οργανικά ρεμπέτικα κομμάτια –αυτά δηλαδή που ήταν αμιγώς ορχηστρικά, και δεν συνοδεύονταν από τη φωνή κάποιου τραγουδιστή. Παρακάτω παραθέτουμε μερικά παραδείγματα:

  • ΣSolo Serbian - Vassilis Tsitsanisόλο σέρβικο – Βασίλης Τσιτσάνης
  • Σόλο Μακρυδάκης – Στέλιος Μακρυδάκης
  • Σόλο Μινόρε – Ανέστος Αθανασίου
  • Μπέμπης Lament – Δημήτρης (Μπέμπης) Στεργίου
  • Ταξίμι Ζεϊμπέκικο – Μάρκος Βαμβακάρης
  • Ταξίμι Μπουζούκι – Σταύρος Τζουανάκος
  • Ο Χορός των Αγγέλων – Δημήτρης Χιονάς

Τα ορχηστρικά αυτά ρεμπέτικα βασίζονταν στη δεξιοτεχνία και τις ικανότητες των μουσικών για να μεταδώσουν το συναίσθημα και το μήνυμα του κομματιού. Διάφοροι οργανοπαίχτες –μπουζουξήδες, βιολιτζήδες, ακορντεονίστες– επιδίδονταν σε περίτεχνα ταξίμια, αυτοσχεδιάζοντας και δίνοντας στη μελωδία τον δικό τους ρυθμό και το δικό τους στίγμα.

Όποια κι αν ήταν η μορφή του –μουρμούρικα, γιαλάδικα, αμανετζίδικα, σμυρναίικα, αρχοντορεμπέτικα–, το ρεμπέτικο τραγούδι αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, μένοντας ανεξίτηλο στον χρόνο.