Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνά: τα δημοτικά τραγούδια της ελληνικής λαϊκής παράδοσης

Της Λυγερής και του Χάρου

Τα δημοτικά τραγούδια βασίζονται στην προφορική λογοτεχνική παράδοση: είναι κοινό κτήμα ολόκληρου του λαού, καθώς διαδίδονται προφορικά, από στόμα σε στόμα, και κάθε ερμηνευτής τα μετατρέπει ή τα προσαρμόζει αναλόγως. Ως εκ τούτου, είναι άγνωστο πότε και από ποιον δημιουργήθηκαν. Ως παράδειγμα, θα μπορούσαν να παρατεθούν οι εξής στίχοι:

Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;

Μην άνεμος τα πολεμά; Μήνα βροχή τα δέρνει;

Ούδ’ άνεμος τα πολεμά κι ουδέ βροχή τα δέρνει.

Μόνο διαβαίνει ο Χάροντας καβάλα στ’ άλογό του.

Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,

τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλλα αραδιασμένα.

Παρακαλούν οι γέροντες, οι νέοι γονατίζουν

και τα μικρά παιδόπουλα με χέρια σταυρωμένα:

«Κόνεψε, Χάρο, σε χωριό, κόνεψε καν σε βρύση,

να πιουν οι γέροντες νερό κι οι νιοι να λιθαρίσουν

και τα μικρά παιδόπουλα να μάσουνε λουλούδια».

«Όχι, χωριά δεν θέλω εγώ, σε βρύσες δεν κονεύω,

έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,

γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα και χωρισμό δεν έχουν».

Πρόκειται για απόσπαΤης Λυγερής και του Χάρουσμα από το γνωστό δημοτικό τραγούδι «Της Λυγερής και του Χάρου», το οποίο απαντάται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας – από την Ήπειρο και τη Μάνη, μέχρι τη Λέσβο και την Κρήτη. Ανήκει σε μια κατηγορία δημοτικών τραγουδιών που είναι γνωστά ως «μοιρολόγια» ή «τραγούδια του χάρου». Έτσι, λοιπόν, εκφράζει τον ανθρώπινο πόνο και τη δυστυχία ενάντια στα όσα επιφυλάσσει η μοίρα, ενάντια στον αναπόφευκτο θάνατο. Ο Χάροντας, ως προσωποποίηση του θανάτου και φύλακας του Κάτω Κόσμου, φαντάζει αδίστακτος: κανείς δεν μπορεί να γλυτώσει από την τιμωρία του. Στο πέρασμά του σκορπίζει τη θλίψη, η οποία αντικατοπτρίζεται στη φύση, και στη συνέχεια μεταμορφώνεται σε θρήνο. Οι εύθραυστοι άνθρωποι, ανήμποροι μπροστά στην παντοδυναμία του Χάροντα, απευθύνουν επίκληση ζητώντας του να δείξει επιείκεια και ευσπλαχνία.

Όπως όλα τα δημοτικά τραγούδια εν γένει, έτσι και το συγκεκριμένο πηγάζει από τον ψυχισμό και τα συναισθήματα του λαού: κάθε δυσβάσταχτο φορτίο, κάθε χαρά, κάθε τι ακατανόητο παίρνει μορφή και γίνεται τραγούδι, ξεπερνά τα στενά όρια του δημιουργού του και γίνεται απόκτημα συλλογικό.